Τα μέσα μαζικής δικτύωσης λειτουργούν με βάση την οικονομία της προσοχής. Αυτό, πλέον, είναι λίγο πολύ γνωστό. Σκοπός της κάθε πλατφόρμας είναι να διατηρήσει την προσοχή μας για το μεγαλύτερο δυνατό διάστημα. Όσο περισσότερο χρόνο αφιερώνουμε στην πλατφόρμα, τόσες περισσότερες διαφημίσεις θα δούμε. Όσο περισσότερες διαφημίσεις δούμε, ή πατήσουμε, τόσο περισσότερα έσοδα θα έχει η πλατφόρμα.
Είναι επομένως αναμενόμενο οι αλγόριθμοι να προωθούν το περιεχόμενο που θα μας κρατήσει λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω κολλημένους στις οθόνες μας. Είναι λογικό (τουλάχιστον μέσα σε αυτό το αντικοινωνικό πλαίσιο μεγιστοποίησης του κέρδους) οι πλατφόρμες να σιγοντάρουν το περιεχόμενο που θα μας κάνει να αλληλεπιδράσουμε μαζί του, αφήνοντας μια αντίδραση, ένα like, διαμοιράζοντάς το ή συμμετέχοντας σε μια έντονη συζήτηση στα σχόλια που θα μας φέρει πίσω στην εφαρμογή ξανά και ξανά.
Το 2013, οι Μπέργκερ και Μίλκμαν μελέτησαν το πώς κάτι γίνεται viral, σ’ ένα άρθρο τους στο περιοδικό Journal of Marketing Research που, σε μια απολαυστικά meta τροπή, έγινε και το ίδιο κάπως viral. Οι δύο ερευνητές ανέλυσαν χιλιάδες άρθρα των New York Times και βρήκαν ότι το περιεχόμενο δε γίνεται viral απλώς επειδή είναι καλό ή προσεγμένο ή επειδή είναι θετικό ή αρνητικό, αλλά επειδή προκαλεί υψηλή συναισθηματική διέγερση. Η λύπη, για παράδειγμα, είναι ένα αρνητικό συναίσθημα αλλά έχει χαμηλή διέγερση (σε «ρίχνει»), γι’ αυτό και δεν οδηγεί εύκολα σε διαμοιρασμό. Από την άλλη, ο θυμός και το άγχος έχουν υψηλή διέγερση. Σε τσιτώνουν και σε κάνουν να θες να δράσεις - να σχολιάσεις, να μοιραστείς. Το ενδιαφέρον είναι ότι και το δέος προκαλεί κάτι παρόμοιο, αλλά είναι πολύ πιο δύσκολο (και ακριβό) να δημιουργήσεις περιεχόμενο που προκαλεί δέος σε σχέση με το να φτιάξεις κάτι που προκαλεί οργή.
Και κάπως έτσι, γεννήθηκε το ragebait: καθημερινά δεχόμαστε πάρα πολλά και πολύ διαφορετικά ερεθίσματα. Είναι ανθρωπίνως αδύνατο να αντιδράσουμε σε όλα. Σκρολάρουμε στις ατελείωτες ροές των εφαρμογών, γεμάτες με memes, ειδήσεις, απόψεις και στιγμές από τις ζωές των ανθρώπων που ακολουθούμε και από κάποιο σημείο κι έπειτα επέρχεται κορεσμός. Αναισθητοποίηση. Παθητικότητα. Πώς θα κάνεις κάποιον να σταματήσει στο δικό σου ποστ, μέσα απ’ όλα τα υπόλοιπα, και να πατήσει κάποιο από τα κουμπιά; Προκαλώντας του μια έντονη συναισθηματική αντίδραση. Κατά προτίμηση θυμό. Ή διχόνοια.
Από εξελικτική σκοπιά, αυτό βγάζει κάποιο νόημα. Στον εγκέφαλό μας είναι βαθιά καλωδιωμένη η λεγόμενη προκατάληψη της αρνητικότητας. Η αμυγδαλή μας δίνει προτεραιότητα σε απειλές ή στοιχεία που προκαλούν αγανάκτηση, γιατί στην άγρια φύση το να αγνοήσεις κάτι αρνητικό (π.χ. έναν θηρευτή ή μια κοινωνική αδικία στη φυλή) κόστιζε περισσότερο από το να αγνοήσεις κάτι θετικό. Ένας σημαντικός αριθμός αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χακάρει αυτό τον μηχανισμό επιβίωσης. Ρίχνουν το δόλωμα κι εμείς, σαν αφελή υδρόβια, τσιμπάμε.
Ragebait, λοιπόν, είναι η λέξη-φράση της χρονιάς από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις της Οξφόρδης.
AI slop, parasocial και vibe coding
Όπως πάντα, ενδιαφέρον έχουν και οι υπόλοιπες λέξεις που άλλες εκδόσεις θεώρησαν ότι χαρακτηρίζουν το 2025. Για το Αυστραλιανό Λεξικό Μακουάιρι, η λέξη της χρονιάς ήταν το AI slop (το «slop» ήταν επίσης λέξη της χρονιάς για τον Economist και το λεξικό Merriam-Webster): το μαζικής παραγωγής, χαμηλού επιπέδου περιεχόμενο (κείμενο, εικόνες, βίντεο), συχνά γεμάτο με λάθη, που δημιουργείται από τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα και έχει κατακλύσει το διαδίκτυο, στην ανταγωνιστική κούρσα για την εκμετάλλευση της προσοχής των ανθρώπων.
Το Λεξικό Κόλινς επέλεξε το vibe coding - είναι η πρακτική της ανάπτυξης εφαρμογών δίνοντας εντολές σ’ ένα μοντέλο TN στη φυσική σου γλώσσα (π.χ. στα ελληνικά), αντί να γράφεις γραμμή-γραμμή τον κώδικα σε γλώσσες προγραμματισμού όπως η Python ή η Javascript.
Η λέξη της χρονιάς για το Λεξικό του Κέιμπριτζ είναι το parasocial, το παρακοινωνικό. Ένας όρος που, ενώ δεν είναι καινούργιος -μιας και επινοήθηκε το 1956-, χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη μονόπλευρη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ ενός ανθρώπου που εκτίθεται δημόσια και του κοινού που τον παρακολουθεί. Λόγω της αμεσότητας και της οικειότητας που χαρακτηρίζει τα social media, τα οποία επιτρέπουν κλεφτές ματιές στη ζωή των ανθρώπων, τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο έχει πάρει διαστάσεις πρωτόγνωρες.
Ενδιαφέρον έχει νομίζω, το γεγονός ότι η πλειονότητα των λέξεων της χρονιάς για το 2025 αφορούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο το διαδίκτυο και τα μέσα μαζικής δικτύωσης. Ίσως αυτό να λέει κάτι για τον τρόπο που υπήρξαμε και αλληλεπιδράσαμε ετούτη τη χρονιά.
It’s the most wonderful time of the year 🎄🎅
Για ακόμη μια χρονιά, στο Κοσμικό Λάτε ήμασταν αφοσιωμένοι στο κοινό, δονκιχωτικό μας όραμα: να δημιουργούμε υψηλής ποιότητας και αξίας περιεχόμενο που (ελπίζουμε ότι) σας ψυχαγωγεί, προάγει τη σκέψη και τη συζήτηση, δεν εκμεταλλεύεται τυχόν τρωτά σημεία της βιολογίας σας και δεν υποκύπτει στο θανάσιμο αμάρτημα του AI slop. Το αν το πετύχαμε επαφίεται μονάχα στη δική σας κρίση.
Αν εκτιμάτε την προσέγγισή μας, αν θέλετε να μας βοηθήσετε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε, σκεφτείτε το ενδεχόμενο να γίνετε μέρος της κοινότητάς μας.
🎁 Κάντε ένα δώρο στον εαυτό σας ή σε κάποιον αγαπημένο σας άνθρωπο







Οπότε οι φετινές «λέξεις της χρονιάς» επιβεβαιώνουν και αναλύουν την περσινή «λέξη της χρονιάς», που για το λεξικό της Οξφόρδης ήταν το «brainrot»...